Κάνω Αυτά Που Κοροϊδεύω

Κάνω αυτά που κοροϊδεύω. Εσύ; Μανιώδης καπνίστρια για πολλά χρόνια, γελούσα μέχρι βαθμού …χειροδικίας –ακόμα και με- φίλες που κουνούσαν επιδεικτικά τα χέρια τους διώχνοντας τον καπνό μπροστά από τη μύτη τους μέσα στα –κατάμεστα & κατακαπνισμένα- μπαρ όταν τύχαινε να φυσήξω τον καπνό …στην αντίθετη από αυτές κατεύθυνση, ή ακόμα και όταν τύχαινε (ώ Θεοί) να ξεχαστεί το χέρι μου με το τσιγάρο δίπλα στη δική τους μορφή. Κατά τον ίδιο τρόπο σχολίαζα (ε, ας  μην πούμε αρνητικά – ας πούμε πικάντικα) τους ερασιτέχνες φίλους που εγκατέλειπαν την παρέα και κοιμόντουσαν νωρίς γιατί την άλλη ημέρα είχαν προπόνηση, ή ακόμα και τους ανθρώπους που διάβαζαν βιβλία στην παραλία, που έδιναν μισό ή έναν μισθό για ένα κινητό ή έκαναν σχέσεις εξ’ αποστάσεως. Και η λίστα καλά κρατεί.

Η αυστηρότητα φυσικά είναι στοιχείο του χαρακτήρα μας. Και η κριτική επίσης. Το να είναι κάποιος αυστηρός σε θέματα σχετικά με τον σεβασμό, την οικογένεια, την σωματική και ψυχική υγεία, την ασφάλεια, τις αξίες και φυσικά την αποφυγή των  «παρά τον νόμο» πράξεων είναι σαφώς επιτακτικό. Το να είναι όμως κάποιος απόλυτος στα μικρά και ίσως ασήμαντα πράγματα προϋποθέτει την ακριβή και απόλυτη γνώση του τι είναι καλό και τι κακό. Όμως «κάθε μορφή βεβαιότητας επιφυλάσσει μια βιαιότητα, εφόσον αποκλείει το πολυτιμότερο ανθρώπινο συστατικό: την επιείκεια» (Εύα Ομηρόλη, «Αμέσως τώρα πια»). Εσύ, είσαι τόσο σίγουρος ότι ξέρεις για τον καθένα το καλό και το κακό;

Η μαγική φράση για να καταπιείς την κακιούλα που βγήκε από μέσα σου είναι: γιατί δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις γιατί φέρεται κάποιος με έναν συγκεκριμένο τρόπο, δεν είσαι στη θέση του και είναι λογικό να μην μπορείς να την ζυγίσεις. Και ξέρεις γιατί άλλο; Γιατί όταν θα  κάνεις κι εσύ τα ίδια (ναι φίλε, θα τα κάνεις) δεν θα θέλεις κανείς να σε σχολιάζει χωρίς να γνωρίζει και φυσικά χωρίς να χρειαστεί να ετοιμάσεις για χάρη του την απολογία του Σωκράτη. Για να μπορέσει να εκφράσει κανείς κρίση για τον οποιονδήποτε και το οτιδήποτε είναι απαραίτητο να μετρήσει όλες τις συνθήκες. Μετά, ας αναλογιστεί αν θα λειτουργούσε με τον ίδιο ή διαφορετικό τρόπο. Και να σου πω κάτι; Όλοι έχουν το δικαίωμα να αλλάζουν γνώμες και συνήθειες. Πώς όχι;Δείτε επίσης: Χαμένες Ταυτότητες

Κάπως έτσι μια μέρα οδηγώντας στην ακίνητη Κηφισίας, αργοπορημένη για το επόμενο ραντεβού, σιχτίριζα εσωτερικά πιστέψτε με (ουπς συγγνώμη: έδιωχνα με τρόπο υβριστικό) κάποιον «ξύπνιο» που έκανε σφήνες ανάμεσα στα αυτοκίνητα και περνούσε  με κόκκινο τα περισσότερα φανάρια. Ως το φανάρι του Ερυθρού Σταυρού. Όπου και έστριψε. Αν δεν σε έπεισα πάρε με τηλέφωνο. Έχω κι άλλα τέτοια να σου πω.

Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να κάνω κι εγώ όλα όσα κορόιδευα. Και κάπως έτσι έκοψα το τσιγάρο. Και βρέθηκα να κουνάω  τα χέρια μου – ασυναίσθητα σας βεβαιώ – όταν ένα κύμα καπνού ερχόταν απειλητικά προς το μέρος μου, ενώ κατά την επιστροφή μου στο σπίτι έκανα βουτιά με το κεφάλι στην μπανιέρα, να διώξω από πάνω μου τη μισητή μυρωδιά ό,τι ώρα και να ήταν. Και σταμάτησα τα ξενύχτια. Είχα αγώνα ή προπόνηση την επόμενη ημέρα. Και έδωσα μισό μισθό για ένα κινητό και πήρα το βιβλίο μου στην παραλία (καλά, αυτό το έκανα πάντα αλλά είπα να σας πείσω λίγο περισσότερο μήπως ταυτιστείτε). Σχέση εξ’ αποστάσεως δεν έκανα (ακόμη) έκανε όμως η φίλη μου. Που την αγαπώ πολύ. Και το μανιφέστο υπέρ μιας τέτοιας κατάστασης έδινε και έπαιρνε. Χαλάλι της. Είχα ήδη γίνει επιεικής.